ΕΣΤΙΝ ΟΥΝ ΤΟΠΟΣ
"Θρακία Γαία αμπελόεσσα και εύκαρπος και χθόνα πολύδωρος"
Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012
Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012
Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009
5.000 χρόνια στον βυθό
Ο μεγαλύτερος θησαυρός χάλκινων εργαλείων της 3ης χιλιετίας π.Χ. (Πρώιμη Εποχή του Χαλκού) ανελκύστηκε από τον βυθό της θάλασσας της Γλυφάδας Μέσης του νομού Ροδόπης από κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού.
Σε βάθος 3,5 μέτρων και σε απόσταση 450 μέτρων από την ακτή και σε έκταση που απλωνόταν σε περίπου 10 τετραγωνικά μέτρα βρέθηκε αυτή η συγκέντρωση χάλκινων εργαλείων του μέσου της 3ης χιλιετίας.
Ηταν στο σύνολό τους εργαλεία κρούσης, τα περισσότερα αποτελούσαν έναν τύπο (σε τρία διαφορετικά μεγέθη) αμφίστομου πελέκεως με δύο, διαφορετικού μεγέθους επιφάνειες κρούσης. Υπήρχαν ακόμη σε μικρότερη συγκέντρωση σφυροπελέκεις και μονόστομοι πελέκεις, αλλά και άλλα εργαλεία που σώζονταν αποσπασματικά.
Ο κύριος όγκος αποτελείτο από συσσωματώματα σκωρίας, χάλκινων εργαλείων και οξειδίων του χαλκού. Καταμετρήθηκαν περί τα 110 εργαλεία, ενώ μεγάλος αριθμός από αυτά παραμένει εγκλωβισμένος μέσα στη μάζα της σκουριάς.
Κάτω από τα εργαλεία βρέθηκαν ακουμπισμένες με ασφάλεια στον βυθό βάσεις δύο πρωτοελλαδικών αγγείων, που δείχνουν ότι ο θησαυρός των χαλκίνων ήταν μάλλον τοποθετημένος μέσα σε αγγεία, τυλιγμένος σε ψάθα, όπως αποδεικνύουν αποτυπώματα πάνω στη σκουριά.
Η πρώτη εκτίμηση των ανασκαφέων είναι ότι ο θησαυρός δεν προέρχεται από κάποιο ναυάγιο αλλά ούτε από αρχαίο οικισμό.
Πρέπει να είναι ένας θησαυρός εργαλείων που κάποιος έκρυψε πριν από τεσσεράμισι χιλιάδες χρόνια σε κάποια παραλία, όπως ακριβώς είχε συμβεί την ίδια εποχή στην Τροία, στην Πολιόχνη της Λήμνου, στη Σύρο, την Κύθνο, τη Θήβα, την Εύτρηση κ.τ.λ.
Ετσι, η σημασία του ευρήματος είναι πολλαπλή: αφενός είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός χάλκινων εργαλείων της Εποχής του Χαλκού όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στις γειτονικές χώρες των Βαλκανίων, η μελέτη του θα ρίξει φως στην ιστορία και στο επίπεδο της μεταλλουργίας της εποχής και ο τόπος ανεύρεσής του θα βοηθήσει στην κατανόηση των γεωλογικών αλλαγών που συντελέστηκαν στη νότια Ροδόπη
Κυριακή, 17 Μαΐου 2009
Μικρά αρχαιαφιερώματα στη γενέθλια γη (1 )
"Θρακίαν Γαίαν αμπελόεσσαν και εύκαρπον και χθόνα πολύδωρον" Πίνδαρος
Η Μυθολογία επέλεξε τον Ηρακλή ως ιδρυτή της πόλης των Αβδήρων, που έχτισε την πόλη για να τιμήσει το φίλο του Άβδηρο, όταν τον κατασπάραξαν τα ανθρωποφάγα άλογα του βασιλιά των Βιστώνων Διομήδη. Η ιστορία τον Τιμησία από τις Κλαζομενές.
Η ουσία όμως παραμένει η ίδια: Τα Άβδηρα ταξιδεύουν στην αιωνιότητα από το 556 π.Χ.
Οι πρώτοι άποικοι που ήρθαν στα Άβδηρα, ήταν οι Κλαζομένιοι (656-652 π.Χ.) από την Ιωνία με αρχηγό τον Τιμήσιο. Ακολούθησε η εγκατάσταση των Τηίων το 545 π.Χ.
Τον 5ο αι. π.Χ. τα Άβδηρα είχαν εξελιχθεί σε μια ισχυρή πόλη με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, όπως μαρτυρεί η δαπάνη για τη φιλοξενία του στρατού του Ξέρξη, η κυκλοφορία αργυρών νομισμάτων και ο μεγάλος φόρος στην Αθηναϊκή Συμμαχία.
Το πολίτευμα της ήταν δημοκρατικό με βουλή και δήμο. Ως έμβλημα είχε το γρύπακαι πολιούχο θεό τον Απόλλωνα. Στις αρχαίες πηγές διασώθηκαν τα ονόματα μερικών ιερών της πόλης, όπως του Απόλλωνα, της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης, της Αθηνάς και του Διονύσου. Οι μεγαλύτερες γιορτές ήταν τα Διονύσια και τα θεσμοφόρια. Από τους νόμους είναι γνωστοί σήμερα τρεις: ο πρώτος απαγόρευε την ταφή στην πόλη όσων είχαν σπαταλήσει την πατρική περιουσία, ο δεύτερος ρύθμιζε τις αγοραπωλησίες δούλων και ζώων και ο τρίτος προστάτευε το πολίτευμα από συνωμοσίες.
Εκτός από τον ποιητή Ανακρέοντα (περ. 570 - 485 π.X.) , που ακολούθησε τους Τήιους αποίκους στα Άβδηρα, η πόλη ανέδειξε και άλλους επιφανείς άνδρες, όπως το σοφιστή Πρωταγόρα (485 - 411 π.Χ) , τους φιλοσόφους Λεύκιππο (480/470 π.Χ. - 400; π.Χ.) και Ανάξαρχο (περ. 380 -320 π.Χ.), το γραμματικό Εκαταίο (περ. 340 - 280 π.Χ.) , το μαθηματικό Βίωνα (430 - 370 π.Χ.) , τον ιστορικό ή μηχανικό Διοκλείδη, τον ποιητή Νικαίνετο (3ος π.X. αιώνας) και το μεγάλο φιλόσοφο του αρχαίου κόσμου το Δημόκριτο (περ. 460 - 370 π.Χ)
Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως σημαντικά μνημεία και ευρήματα
, που συμπληρώνουν τις αποσπασματικές πληροφορίες των πηγών για την ιστορία της πόλης. Έχει αποκαλυφθεί τμήμα των τειχών και πύλη από την οχύρωση της πόλης των Κλαζομενίων (7ος αι. π.Χ.), καθώς και νεκροταφείο της ίδιας εποχής, γεγονός που αποδεικνύει τη μόνιμη εγκατάσταση των πρώτων αποίκων. Στην ίδια περιοχή, που βρισκόταν τότε στο μυχό ενός θαλάσσιου κόλπου, αποκαλύφθηκε τμήμα του τείχους της πρώτης πόλης των Τηίων (6ος-5ος αι. π.Χ.) και νεώσοικος της ίδιας εποχής, καθώς επίσης υπαίθριο ιερό γυναικείας θεότητας (Δήμητρας-Κόρης), με βωμούς, εσχάρες, μεγάλη σκάλα και αποθέτη, όπου βρέθηκαν χιλιάδες πήλινες μικροσκοπικές υδρίες και ειδώλια γυναικείων μορφών (6ος-4ος αι. π.Χ.). Οι προσχώσεις του κόλπου τον 4ο αι. π.Χ. προκάλεσαν τη μεταφορά της πόλης νοτιότερα. Από τη νέα οχύρωση έχει αποκαλυφθεί τμήμα του δυτικού τείχους, με πύλη ανάμεσα σε δυο τετράπλευρους πύργους. Σε διάφορα σημεία έχουν αποκαλυφθεί, επίσης, κατοικίες και άλλα κτίρια της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Το θέατρο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του περιβόλου, αλλά έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Στα εκτεταμένα νεκροταφεία της πόλης έχουν έρθει στο φως ταφικά αγγεία, πήλινες και λίθινες σαρκοφάγοι, καύσεις σε λάκκους, κιβωτιόσχημοι και κεραμοσκεπείς τάφοι, με κτερίσματα που χρονολογούνται από τα αρχαϊκά ως τα ελληνιστικά χρόνια. Τα Άβδηρα, κατά τη βυζαντινή περίοδο, περιορίστηκαν στο λόφο της αρχαίας ακρόπολης και συνέχισαν την ιστορική τους πορεία με το νέο όνομα Πολύστυλον.
Η ουσία όμως παραμένει η ίδια: Τα Άβδηρα ταξιδεύουν στην αιωνιότητα από το 556 π.Χ.
Οι πρώτοι άποικοι που ήρθαν στα Άβδηρα, ήταν οι Κλαζομένιοι (656-652 π.Χ.) από την Ιωνία με αρχηγό τον Τιμήσιο. Ακολούθησε η εγκατάσταση των Τηίων το 545 π.Χ.
Τον 5ο αι. π.Χ. τα Άβδηρα είχαν εξελιχθεί σε μια ισχυρή πόλη με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, όπως μαρτυρεί η δαπάνη για τη φιλοξενία του στρατού του Ξέρξη, η κυκλοφορία αργυρών νομισμάτων και ο μεγάλος φόρος στην Αθηναϊκή Συμμαχία.
Το πολίτευμα της ήταν δημοκρατικό με βουλή και δήμο. Ως έμβλημα είχε το γρύπα
Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως σημαντικά μνημεία και ευρήματα
, που συμπληρώνουν τις αποσπασματικές πληροφορίες των πηγών για την ιστορία της πόλης. Έχει αποκαλυφθεί τμήμα των τειχών και πύλη από την οχύρωση της πόλης των Κλαζομενίων (7ος αι. π.Χ.), καθώς και νεκροταφείο της ίδιας εποχής, γεγονός που αποδεικνύει τη μόνιμη εγκατάσταση των πρώτων αποίκων. Στην ίδια περιοχή, που βρισκόταν τότε στο μυχό ενός θαλάσσιου κόλπου, αποκαλύφθηκε τμήμα του τείχους της πρώτης πόλης των Τηίων (6ος-5ος αι. π.Χ.) και νεώσοικος της ίδιας εποχής, καθώς επίσης υπαίθριο ιερό γυναικείας θεότητας (Δήμητρας-Κόρης), με βωμούς, εσχάρες, μεγάλη σκάλα και αποθέτη, όπου βρέθηκαν χιλιάδες πήλινες μικροσκοπικές υδρίες και ειδώλια γυναικείων μορφών (6ος-4ος αι. π.Χ.). Οι προσχώσεις του κόλπου τον 4ο αι. π.Χ. προκάλεσαν τη μεταφορά της πόλης νοτιότερα. Από τη νέα οχύρωση έχει αποκαλυφθεί τμήμα του δυτικού τείχους, με πύλη ανάμεσα σε δυο τετράπλευρους πύργους. Σε διάφορα σημεία έχουν αποκαλυφθεί, επίσης, κατοικίες και άλλα κτίρια της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Το θέατρο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του περιβόλου, αλλά έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Στα εκτεταμένα νεκροταφεία της πόλης έχουν έρθει στο φως ταφικά αγγεία, πήλινες και λίθινες σαρκοφάγοι, καύσεις σε λάκκους, κιβωτιόσχημοι και κεραμοσκεπείς τάφοι, με κτερίσματα που χρονολογούνται από τα αρχαϊκά ως τα ελληνιστικά χρόνια. Τα Άβδηρα, κατά τη βυζαντινή περίοδο, περιορίστηκαν στο λόφο της αρχαίας ακρόπολης και συνέχισαν την ιστορική τους πορεία με το νέο όνομα Πολύστυλον.
το κεφάλι-σπουδή από πηλό γενειοφόρου Αβδηρίτη (2ος αι. π.Χ.), τα ερυθρόμορφα και μελανόμορφα αγγεία, τα πήλινα ειδώλια, τα χρυσά κοσμήματα και τα νομίσματα της κλασικής και ελληνιστικής εποχής.´Αβδηρα-Αρχαιολογικό Μουσείο
Οι ανασκαφές άρχισαν το 1950 από την Αρχαιολογική Εταιρεία με διευθυντή τον Δημήτρη Λαζαρίδη και συνεχίστηκαν από τις Εφορείες Αρχαιοτήτων Κομοτηνής και Καβάλας. Η ανασκαφική έρευνα στο Πολύστυλον διεξάγεται από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας. Τα ευρήματα για πολλά χρόνια στεγάζονταν στα Μουσεία Καβάλας και Κομοτηνής. Η ανέγερση του Μουσείου Αβδήρων ολοκληρώθηκε το 1993. Το 1997 έγινε η μεταφορά των αντικειμένων και άρχισαν οι εργασίες της επανέκθεσης.
Η έκθεση αναπτύσσεται στο ισόγειο και τον όροφο του κτιρίου
Στο πρώτο τμήμα υπάρχει πλούσιο εποπτικό υλικό που έχει ως σκοπό την ενημέρωση του επισκέπτη σχετικά με την ιστορία της πόλης. Υπάρχουν κείμενα για τη μυθολογία, την ιστορία και την αρχαιολογική έρευνα, βιογραφικά στοιχεία επιφανών Αβδηριτών, κείμενα αρχαίων συγγραφέων που αναφέρονται στα ´Αβδηρα, τοπογραφικά διαγράμματα της πόλης και χάρτες της ευρύτερης περιοχής.
Στο πρώτο τμήμα υπάρχει πλούσιο εποπτικό υλικό που έχει ως σκοπό την ενημέρωση του επισκέπτη σχετικά με την ιστορία της πόλης. Υπάρχουν κείμενα για τη μυθολογία, την ιστορία και την αρχαιολογική έρευνα, βιογραφικά στοιχεία επιφανών Αβδηριτών, κείμενα αρχαίων συγγραφέων που αναφέρονται στα ´Αβδηρα, τοπογραφικά διαγράμματα της πόλης και χάρτες της ευρύτερης περιοχής. Η παρουσίαση των αντικειμένων έγινε σε τρεις θεματικές ενότητες: δημόσιος βίος , ιδιωτικός βίος και ταφικά έθιμα. Η έκθεση καλύπτει τη χρονική περίοδο από τον 7ο αι. π.Χ. ως το 13ο αι. μ.Χ. Περισσότερα σε αριθμό είναι τα ευρήματα από τις περιόδους ακμής της πόλης
Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων τηλ. 25410 -51003 / 51783
Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων τηλ. 25410 -51003 / 51783
Μικρά αρχαιαφιερώματα στη γενέθλια γη (2)
Μαρώνεια ή Μαρωνία
Στη θέση του σημερινού παραλιακού χωριού «Άγιος Χαράλαμπος» βρισκόταν η ελληνική πόλη Μαρώνεια, που ήταν η δεύτερη σε σπουδαιότητα (μετά τα Άβδηρα) πόλη της Θράκης. Περιστοιχιζόταν από τείχος με ορθογώνιους και ημικυκλικούς πύργους, το οποίο πιθανώς είχε κτισθεί τον 4ο αιώνα π.Χ (το έτος 1880 αναφέρει ο Γάλλος αρχαιολόγος S. Reinach ότι ύψος του έφτανε σε μερικά σημεία μέχρι και τα 12 μέτρα, σήμερα όμως, δυστυχώς, φτάνει μόνο τα 2 μέτρα).
Κατά την Παράδοση, την πόλη ίδρυσε ο Μάρων, ιερεύς του Θεού Απόλλωνα από την γειτονική πόλη των Κικόνων Ίσμαρο.
Η πρώτη αποδεδειγμένη κατοίκηση της περιοχής έγινε την τέταρτη χιλιετία, στα δε μέσα της δεύτερης εγκαταστάθηκε εκεί ένα Θρακικό φύλο. Χίοι άποικοι έφτασαν στην περιοχή τον 7ο αιώνα και ίδρυσαν την κλασική Μαρώνεια, η οποία, παρά τις συγκρούσεις της με τους Θάσιους, έγινε μεγάλο ναυτικό και εμπορικό κέντρο και τον 5ο αιώνα π.Χ έκοψε χρυσά, αργυρά και χάλκινα νομίσματα (με παραστάσεις κυρίως διονυσιακές, δηλ. κεφαλές του Θεού Διονύσου και αμπέλους).
Γνωστό ήταν το κρασί που παρήγαγε η πόλη κι η παράδοση αναφέρει ότι τέτοιο ήταν εκείνο με το οποίο ο Οδυσσεύς μέθυσε τον Πολύφημο. Γνωστές προσωπικότητες που γεννήθηκαν στη Μαρώνεια ήσαν ο ζωγράφος Αθηνίων, ο ποιητής Σωτάδης κι ο συγγραφεύς Ηγεσίας. Το 353 π.Χ, με τη βοήθεια του Θράκα βασιλιά Αμαδόκου, απέκρουσε αποτελεσματικά τον Μακεδόνα Φίλιππο, υποτάχτηκε όμως λίγο αργότερα ( 350 π. Χ ) στη Μακεδονική κυριαρχία. Στους Ελληνιστικούς χρόνους διεκδικείτο από την Πέργαμο, αργότερα δε απελευθερώθηκε από τους Ρωμαίους εξαιτίας της φιλικής προς αυτούς πολιτικής και έκοψε δικό της νόμισμα (ασημένιο τετράδραχμο).
Σημαντικές λατρείες της πόλεως ήταν του Θεού Απόλλωνα, του Θεού Δία και του Θεού Διονύσου. Έχει διασωθεί μικρό μέρος του Θεάτρου και της ρωμαϊκής αγοράς, μέρη διαφόρων κτιρίων, ένα γωνιακό ακρωτήριο Βωμού, τμήμα Ιωνικής ζωοφόρου, τμήμα Ιερού, μέρη της οχυρώσεως και διάφορα επιτύμβια ανάγλυφα. Έχουν επίσης βρεθεί ένα πήλινο προσωπείο του Θεού Διονύσου (του 4ου αιώνα)
καθώς και πήλινο αγαλματίδιο της Θεάς Αφροδίτης (επίσης του 4ου αιώνα).
Κατά την Παράδοση, την πόλη ίδρυσε ο Μάρων, ιερεύς του Θεού Απόλλωνα από την γειτονική πόλη των Κικόνων Ίσμαρο.
Η πρώτη αποδεδειγμένη κατοίκηση της περιοχής έγινε την τέταρτη χιλιετία, στα δε μέσα της δεύτερης εγκαταστάθηκε εκεί ένα Θρακικό φύλο. Χίοι άποικοι έφτασαν στην περιοχή τον 7ο αιώνα και ίδρυσαν την κλασική Μαρώνεια, η οποία, παρά τις συγκρούσεις της με τους Θάσιους, έγινε μεγάλο ναυτικό και εμπορικό κέντρο και τον 5ο αιώνα π.Χ έκοψε χρυσά, αργυρά και χάλκινα νομίσματα (με παραστάσεις κυρίως διονυσιακές, δηλ. κεφαλές του Θεού Διονύσου και αμπέλους).
Γνωστό ήταν το κρασί που παρήγαγε η πόλη κι η παράδοση αναφέρει ότι τέτοιο ήταν εκείνο με το οποίο ο Οδυσσεύς μέθυσε τον Πολύφημο. Γνωστές προσωπικότητες που γεννήθηκαν στη Μαρώνεια ήσαν ο ζωγράφος Αθηνίων, ο ποιητής Σωτάδης κι ο συγγραφεύς Ηγεσίας. Το 353 π.Χ, με τη βοήθεια του Θράκα βασιλιά Αμαδόκου, απέκρουσε αποτελεσματικά τον Μακεδόνα Φίλιππο, υποτάχτηκε όμως λίγο αργότερα ( 350 π. Χ ) στη Μακεδονική κυριαρχία. Στους Ελληνιστικούς χρόνους διεκδικείτο από την Πέργαμο, αργότερα δε απελευθερώθηκε από τους Ρωμαίους εξαιτίας της φιλικής προς αυτούς πολιτικής και έκοψε δικό της νόμισμα (ασημένιο τετράδραχμο).
Σημαντικές λατρείες της πόλεως ήταν του Θεού Απόλλωνα, του Θεού Δία και του Θεού Διονύσου. Έχει διασωθεί μικρό μέρος του Θεάτρου και της ρωμαϊκής αγοράς, μέρη διαφόρων κτιρίων, ένα γωνιακό ακρωτήριο Βωμού, τμήμα Ιωνικής ζωοφόρου, τμήμα Ιερού, μέρη της οχυρώσεως και διάφορα επιτύμβια ανάγλυφα. Έχουν επίσης βρεθεί ένα πήλινο προσωπείο του Θεού Διονύσου (του 4ου αιώνα)
καθώς και πήλινο αγαλματίδιο της Θεάς Αφροδίτης (επίσης του 4ου αιώνα). το αρχαίο θέατρο
Βρίσκεται στη σύγχρονη τοποθεσία Καμπάνα, κοντά στο Ιερό του Θεού Διονύσου και ανήκει στην Ελληνιστική περίοδο. Το Θέατρο, με νοτιοδυτικό προσανατολισμό, είχε 9 κερκίδες που χωρίζονταν από 8 κλίμακες, και τουλάχιστον 10 σειρές καθισμάτων σε κάθε διάζωμα, η δε χωρητικότητά του υπολογίζεται σε περίπου 6.000 θεατές. Σε κάποια φάση, χρησιμοποιήθηκε από τους Ρωμαίους και για θηριομαχίες. Η ορχήστρα του δεν ήταν στρωμένη με πλάκες, αλλά αποτελείτο καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του από πατημένη γη. Η σκηνή των ρωμαϊκών χρόνων διασώθηκε σε καλή κατάσταση και ύψος (έχει διαστάσεις 23,5 Χ 6,3 μ. και χωρίζεται σε τρεις χώρους). Δυστυχώς, το 1906 μεγάλο τμήμα του Θεάτρου καταστράφηκε για να χρησιμοποιηθεί το υλικό του προς οικοδόμηση του σχολείου της σύγχρονης Μαρώνειας. Επίσης αναφέρεται (Γ. Μπακαλάκης, «Προανασκαφικές έρευνες στη Θράκη», Θεσ/νίκη 1959, σ. 108) ότι ακόμη και η πρόσοψη και το πεζοδρόμιο ενός καταστήματος είχαν κτισθεί με το υλικό του αρχαίου Θεάτρου
Σάββατο, 16 Μαΐου 2009
Μικρά αρχαιαφιερώματα στη γενέθλια γη (3)

Η αρχαία Σάλη
H Σάλη ήταν, όπως η Μεσημβρία, ένα από τα οικιστικά κέντρα της Σαμοθρακικής "περαίας", της ηπειρωτικής δηλαδή ζώνης της αντικρινής ακτής του βόρειου Aιγαίου, στην οποία η Σαμοθράκη επεξέτεινε την κυριαρχία της και εγκατέστησε αποίκους ασφαλώς ήδη πριν από το τέλος του 6ου αι. π.X. Στη διαδρομή της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Eλλάδας το 480 π.X. μνημονεύεται από τον Hρόδοτο ως "πόλις Σαμοθρακική", αλλά πρόκειται πιθανότατα όχι για ανεξάρτητη πόλη, αλλά για ένα από τα παραθαλάσσια "εμπόρια" των Σαμοθρακών στην ευρύτερη περιοχή των Θρακών Kικόνων, μέσω των οποίων διεξήγετο το εμπόριο με τη θρακική ενδοχώρα.
Aνεξάρτητη πόλη φαίνεται ότι έγινε η Σάλη, όπως και τα άλλα πολίσματα της Σαμοθρακικής "περαίας", μετά το 425 π.X., στα πλαίσια πιθανότατα ενεργειών των Aθηναίων, που αποσκοπούσαν στον περιορισμό της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της Σαμοθράκης, όπως και άλλων πόλεων-μελών της Aθηναϊκής συμμαχίας. Στους Aθηναϊκούς φορολογικούς καταλόγους του 421 π.X. η Σάλη εμφανίζεται για πρώτη φορά να πληρώνει αυτοτελώς, ανεξάρτητα δηλαδή από την Σαμοθράκη, φόρο ύψους 3000 δραχμών.
H ιστορία της Σάλης κατά τους επόμενους αιώνες παραμένει άγνωστη. Tο 188 π.X. αναφέρεται από τον Λίβιο ως "κώμη" της γειτονικής Mαρώνειας και τόπος στρατοπέδευσης Pωμαϊκής στρατιάς καθ' οδόν από την M. Aσία στην Iταλία. Σε υστερορωμαϊκό Δρομολόγιο, μνημονεύεται ως σταθμός (mutatio) της μεγάλης οδικής αρτηρίας που συνέδεε την Aδριατική με την M. Aσία μέσω του Eλλησπόντου και του Bοσπόρου, της γνωστής Eγνατίας οδού.
Bάσει των στοιχείων που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι η Σάλη κατείχε παραθαλάσσια θέση - και πιθανότατα διέθετε λιμάνι- αλλά βρισκόταν και στο χερσαίο άξονα Aνατολής-Δύσης, που από την εποχή των Mηδικών πολέμων αλλά και αργότερα, επί Φιλίππου B΄ και Mεγάλου Aλεξάνδρου, όπως και κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, διέτρεχε τη Mακεδονία και τη Θράκη του Aιγαίου, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία μεταξύ Eυρώπης και Aσίας.
H νεότερη έρευνα τοποθετεί τη Σάλη στην περιοχή της Aλεξανδρούπολης.
Aνεξάρτητη πόλη φαίνεται ότι έγινε η Σάλη, όπως και τα άλλα πολίσματα της Σαμοθρακικής "περαίας", μετά το 425 π.X., στα πλαίσια πιθανότατα ενεργειών των Aθηναίων, που αποσκοπούσαν στον περιορισμό της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της Σαμοθράκης, όπως και άλλων πόλεων-μελών της Aθηναϊκής συμμαχίας. Στους Aθηναϊκούς φορολογικούς καταλόγους του 421 π.X. η Σάλη εμφανίζεται για πρώτη φορά να πληρώνει αυτοτελώς, ανεξάρτητα δηλαδή από την Σαμοθράκη, φόρο ύψους 3000 δραχμών.
H ιστορία της Σάλης κατά τους επόμενους αιώνες παραμένει άγνωστη. Tο 188 π.X. αναφέρεται από τον Λίβιο ως "κώμη" της γειτονικής Mαρώνειας και τόπος στρατοπέδευσης Pωμαϊκής στρατιάς καθ' οδόν από την M. Aσία στην Iταλία. Σε υστερορωμαϊκό Δρομολόγιο, μνημονεύεται ως σταθμός (mutatio) της μεγάλης οδικής αρτηρίας που συνέδεε την Aδριατική με την M. Aσία μέσω του Eλλησπόντου και του Bοσπόρου, της γνωστής Eγνατίας οδού.
Bάσει των στοιχείων που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι η Σάλη κατείχε παραθαλάσσια θέση - και πιθανότατα διέθετε λιμάνι- αλλά βρισκόταν και στο χερσαίο άξονα Aνατολής-Δύσης, που από την εποχή των Mηδικών πολέμων αλλά και αργότερα, επί Φιλίππου B΄ και Mεγάλου Aλεξάνδρου, όπως και κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, διέτρεχε τη Mακεδονία και τη Θράκη του Aιγαίου, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία μεταξύ Eυρώπης και Aσίας.
H νεότερη έρευνα τοποθετεί τη Σάλη στην περιοχή της Aλεξανδρούπολης.
Μικρά αρχαιαφιερώματα στη γενέθλια γη (4)

Αρχαία Μεσημβρία-Ζώνη
Πόλις των Κικόνων (Ηρόδοτος-Εκαταίος)
20 χλμ. δυτικά της Αλεξανδρούπολης (αρχαίας Σάλης)
Μέρος του δυτικού τμήματος της αρχαίας Μεσημβρίας
Άποψη από την ακρόπολη
Άποψη από την ακρόπολη
( σύντομο ιστορικό )
Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ., Έλληνες άποικοι από τη Σαμοθράκη, κτίζουν στα νοτιοανατολικά παράλια της Θράκης, ανάμεσα στον Ίσμαρο και τον ποταμό Έβρο, μια σειρά από φρούρια-πόλεις που ο Ηρόδοτος ονομάζει "Σαμοθρηΐκια τείχεα". Οι αποικίες αυτές αποτέλεσαν την περαία της Σαμοθράκης. Από τα δυτικά προς τα ανατολικά, με επιφύλαξη για την οριστική τους θέση αυτές είναι: η Μεσημβρία, η Ζώνη, η Δρυς, η Σάλη, η Τέμπυρα και το Χαράκωμα. Από αυτές μόνο μία έχει εντοπιστεί και ανασκάπτεται συστηματικά, η Μεσημβρία σύμφωνα με την αρχική άποψη, ή η Ζώνη, σύμφωνα με τα νεότερα ανασκαφικά στοιχεία Βρίσκεται σε απόσταση 20 χιλ. περίπου δυτικά της Αλεξανδρούπολης, στα ανατολικά μιας μικρής πεδιάδας που τη διασχίζει ένας χείμαρρος γνωστός ως Σαπλί Ρέμα. Η πόλη φαίνεται να ιδρύθηκε τον 6ο αι. π.Χ. ενώ έφτασε στο απόγειο της ακμής της στην περίοδο από τους κλασικούς χρόνους μέχρι και τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Η Μεσημβρία-Ζώνη, όπως και οι υπόλοιπες αποικίες της Σαμοθράκης, αρχικά εξυπηρετούσε τις ανάγκες της μητρόπολης σε αγροτικά προϊόντα και την εμπορική επικοινωνία με τα θρακικά φύλα της ενδοχώρας. Όμως ο αρχικός αγροτικός χαρακτήρας της πέρασε σχετικά νωρίς - ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. - σε δεύτερη μοίρα, καθώς οι εμπορικές συναλλαγές και η θαλάσσια διακίνηση αγαθών αποδείχτηκαν ιδιαίτερα ασφαλείς και επικερδείς. Έτσι η πόλη εξελίχτηκε γρήγορα σε σημαντικό εμπορικό κέντρο και γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. Την οικονομική ευρωστία της πόλης φανερώνει και το ποσό των δύο ταλάντων που καθορίστηκε για την εισφορά στο ταμείο της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Όμως η διείσδυση της αθηναϊκής δύναμης στην περιοχή, η επιβολή στις αποικίες της Σαμοθράκης ενός μάλλον δυσβάστακτου φόρου, καθώς και πιθανόν και γεγονότα για τα οποία λείπουν εντελώς γραπτές ιστορικές μαρτυρίες, οδήγησαν βαθμιαία - από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. - σε παρακμή και σταδιακή εγκατάλειψη. Το σκηνικό αλλάζει ριζικά στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας (356 π.Χ.) και παγιώνεται με τη ρωμαϊκή κατάκτηση (46 μ.Χ.) καθώς προτιμώνται πλέον οι χερσαίοι δρόμοι που συνδέουν τις μακεδονικές πρώτα, ρωμαϊκές έπειτα αποικίες της ενδοχώρας και έτσι το ενάλιο εμπόριο ατονεί. Ιδρύονται χερσαίες πόλεις με πολιτικο-στρατιωτικό χαρακτήρα, που λόγω της γεωγραφικής τους θέσης αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο στη διακίνηση των αγαθών. Η Εγνατία οδός ασφαλώς επιτάχυνε τη φθίνουσα πορεία των παραλιακών αποικιών. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μαρτύρουν βίαιη καταστροφή της Μεσημβρίας - Ζώνης. Το πιθανότερο είναι ότι στα χρόνια της παρακμής η πόλη σταδιακά εγκαταλείπεται. Με συρρικνωμένη πια μορφή υφίσταται μέχρι το 200 π.Χ. περίπου, χωρίς να διαθέτει πλέον δική της νομισματοκοπία. Για την περίοδο από το 100 π.Χ. έως και τον 5ο αι. μ.Χ. (πρώτοι βυζαντινοί χρόνοι) έχουμε ελάχιστα μόνο ίχνη που δηλώνουν περιστασιακή κατοίκηση, αγροτικού μάλλον χαρακτήρα. Η Μεσημβρία-Ζώνη παρουσιάζει την εικόνα μιας ελληνικής πόλης, που ιδρύθηκε σε μια εποχή δυναμικού και φιλόδοξου επεκτατισμού, εδραιώθηκε κάτω από δύσκολες συνθήκες, άκμασε χάρη στο υψηλό πολιτιστικό επίπεδο και την επιχειρηματική διορατικότητα των ανθρώπων της και παράκμασε φυσιολογικά, ακολουθώντας τις εσωτερικές εξελίξεις που σήμαναν τo τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Ο αρχαιολογικός χώρος της Μεσημβρίας-Ζώνης ήταν ήδη γνωστός από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν Βούλγαροι στρατιωτικοί σκάβοντας κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου για επάκτια χαρακώματα, αποκάλυψαν οικοδομικό υλικό και θραύσματα αγγείων που υποδήλωναν την ύπαρξη οικισμού. Το 1966 άρχισε η πρώτη συστηματική ανασκαφή με χρηματοδότηση της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Η έρευνα συνεχίζεται και σήμερα από τη ΙΘ΄ ΕΠΚΑ Θράκης.
___
"Μικρά αρχαιαφιερώματα στη γενέθλια γη"
Πηγές:
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (http://alex.eled.duth.gr)
Αρχαιολογικός οδηγός "ΑΒΔΗΡΑ ΠΟΛΥΣΤΥΛΟ"
Ντίνα Καλλιντζή, Αρχαιολόγος
Δόμνα Τερζοπούλου Αρχαιολόγος
Νίκος Ζήκος Αρχαιολόγος
Ντίνα Καλλιντζή, Αρχαιολόγος
Δόμνα Τερζοπούλου Αρχαιολόγος
Νίκος Ζήκος Αρχαιολόγος
Δήμος Αβδήρων (http://www.avdera.gr)
Ελλήνων τόποι (http://hellenismos.ysee.gr)
Υπουργείο Πολιτισμού (odysseus.culture.gr)
( Πολυξένη Τσατσοπούλου-αρχαιολόγος YΠΠΟ)
( Πολυξένη Τσατσοπούλου-αρχαιολόγος YΠΠΟ)
Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός (http://www.xanthi.ilsp.gr/)

